Πάλι εδώ
Δεν πέρασε δα και τόσος καιρός. Πάλι στο ίδιο σημείο βρίσκονται. Κοιτά ο ένας τον άλλο. Απόλυτη ησυχία. Δεν ακούγεται τίποτα. Αυτοί οι δύο όμως μοιάζουν λες και δεν αντέχουν το θόρυβο. Ποιό θόρυβο; Αυτοί θυμόντουσαν ποιον. Εκκωφαντικός. Τα ξημερώματα της Παρασκευής. Ο ένας είχε το πάνω χέρι. Είχε κάνει τον άλλο να μαζευτεί και να μη μπορεί να ανιδράσει. Είχε στριμώξει την κοπέλα στη γωνία. Ο άλλος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Τα ουρλιαχτά της όμως τα άκουγε μόνο αυτός. Ο άλλος δεν άκουγε τίποτα, μόνο τρομοκρατούσε. Δεν έπρεπε να ξαναγίνει αυτό. Η τρομοκρατία δεν έπρεπε να περάσει. Δεν ήθελε να τη χάσει εξαιτίας του. Αυτός δεν σήμαινε τίποτα για αυτόν. Όλος ο κόσμος του ήταν αυτή. Εξακολουθούσε να τον κοιτάει. Όσο θυμόταν τί είχε γίνει, τόσο ήθελε να τον αρπάξει από το λαιμό και να τον πνίξει.
Δεν μπορούσε όμως ούτε καν να τον αγγίξει. Τσάμπα ο θυμός και ο ιδρώτας. Είχε φύγει. Αυτός όμως θυμόταν ό,τι δεν θα έπρεπε να είχε γίνει. Ο άλλος ήταν φευγάτος. Παρών μόνο για σαματά και μετά καμία ανάμειξη. Δειλός και άναδρος. Συνηθισμένη κρυψώνα του ο καθρέφτης. Εκεί κατέληγε πάντα. Και εκείνος δεν είχε τρόπο να τον καταδιώξει. Όταν έφευγε από τον καθρέφτη, τον άκουγε μέσα στο κεφάλι του. Τώρα πια άλλος καθρέφτης, ίδιο φαινόμενο.Όλα μαύρα….Όλα